ευρυκρείων

εὐρυκρείων, -οντος, ὁ (Α)
αυτός τού οποίου η εξουσία απλώνεται σε μεγάλη έκταση, ο ισχυρός βασιλιάς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευρυ- + κρείων «κυβερνήτης»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐρυκρείων — wide ruling masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυκρείοντα — εὐρυκρείων wide ruling masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυκρείοντες — εὐρυκρείων wide ruling masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυκρείοντι — εὐρυκρείων wide ruling masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυκρείοντος — εὐρυκρείων wide ruling masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Agamemnon [1] — AGAMEMNON, ŏnis, soll ein Beynamen des Jupiters seyn, unter welchem er zu Sparta verehret worden, der ihm eben vom vorhergehenden Agamemnon gegeben worden. Potter. ad Lycophr. v. 335. Dagegen wollen andere, daß, weil Agamemnon ἐυρυκρείων, Jupiter …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • POSIDON — Graecum Neptuni nomen, quod ex Graeca lingua explicare Grammatici frustra conantur, inquit Bochartus, l. 1. Phaleg, c. 1. cum Africum esse doceat Herdotus, in Euterpe. Verba sunt: Ο᾿υδαμῆ γαρ άπ´ ἀρχῆς Ποσειδίωνος οὔνομα ἔκτηνται, εἰμὴ Λίβυες,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ευρυμέδων — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Βασιλιάς των Γιγάντων στην Ήπειρο. Ήταν πατέρας της Περιβοίας, η οποία απέκτησε από τον Ποσειδώνα τον Ναυσίθο, πρώτο βασιλιά των Φαιάκων. Σύμφωνα με μία παράδοση, ήταν εραστής της Ήρας πριν από τον γάμο της με τον …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.